BG 2.2 — Σάνκυα Γιόγκα
BG 2.2📚 Go to Chapter 2
श्रीभगवानुवाच|कुतस्त्वाकश्मलमिदंविषमेसमुपस्थितम्|अनार्यजुष्टमस्वर्ग्यमकीर्तिकरमर्जुन||२-२||
σριβχαγαβανουβατσα . κουταστβα κασμαλαμιδαμ βισαμε σαμουπασθιταμ . αναργιατζουσταμασβαργγιαμακιρτικαραμαρτζουνα ||2-2||
श्रीभगवानुवाच: The Blessed Lord said | कुतस्त्वा: whence? upon thee? | कश्मलमिदं: dejection this | विषमे: in perilous strait | समुपस्थितम्: comes | अनार्यजुष्टमस्वर्ग्यमकीर्तिकरमर्जुन: unworthy (unaryanlike) heavenexcluding disgraceful O Arjuna
GitaCentral Ελληνικά
Ο Μακαριώτατος Κύριος είπε: Ω Αρτζούνα! Από πού προέρχεται αυτή η αδυναμία σε σένα σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση; Αυτό δεν είναι άξιο ενός ευγενούς, εμποδίζει την επίτευξη του παραδείσου και φέρνει ντροπή.
🙋 Ελληνικά Commentary
【Κεφάλαιο 2, Στίχος 2】 Ο Ευλογημένος Κύριος είπε: «Από πού σου ήρθε, ω Αρτζούνα, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, αυτή η αποθάρρυνση που δεν αρμόζει σε έναν ευγενή, που κλείνει τις πύλες του ουρανού και φέρνει ντροπή;» 【Σημασίες λέξεων】 Kutah σημαίνει «από πού», Tva «σε σένα», Kashmalam «αποθάρρυνση», Idam «αυτό», Vishame «σε επικίνδυνη κατάσταση», Samupasthitam «ήρθε», Anaryajushtam «ανάξιο (μη άριο)», Asvargyam «που αποκλείει από τον ουρανό», Akirtikaram «ντροπιαστικό» και Arjuna «ω Αρτζούνα».
English
Swami Gambirananda
Swami Adidevananda
Hindi
Swami Ramsukhdas
Sanskrit
Sri Ramanuja
Sri Madhavacharya
Sri Anandgiri
Sri Jayatirtha
Sri Abhinav Gupta
Sri Madhusudan Saraswati
Sri Sridhara Swami
Sri Dhanpati
Vedantadeshikacharya Venkatanatha
Sri Purushottamji
Sri Neelkanth
Sri Vallabhacharya
Detailed Commentary
Ὁ Εὐλογημένος Κύριος εἶπεν (Ἑρμηνεία σ. 38.1) – Ὦ Ἀrjuna! Πόθεν σοι αὕτη ἡ δειλία ἐν τῷδε κρισίμῳ καιρῷ ἐπέπεσεν; Οὐκ ἔστιν ἀγαπητὴ τοῖς γενναίοις, οὐδὲ εἰς οὐρανὸν ἄγει, οὐδὲ δόξαν χαρίζεται. Ἑρμηνεία: 2.2. Ἐξήγησις – «Ἀrjuna» – Ὁ σκοπὸς τοῦ καλεῖν αὐτὸν τῷ ὀνόματι τούτῳ ἐστὶν νὰ δηλώσῃ ὅτι ἔχει καθαρὴν, ἀμόλυντον καρδίαν. Διὰ τοῦτο, ἡ ἐμφάνιση ἀκαθαρσίας – δειλίας – εἰς τὴν φύσιν αὐτοῦ εἶναι παντελῶς ἀντιφατική. Πῶς λοιπὸν τοῦτο ἐπῆλθεν αὐτῷ; «Πόθεν σοι αὕτη ἡ ἀχλὺς αὕτη ἐν τῇ ἀνωμαλίᾳ ταύτῃ παρεγένετο;» – Μὲ ἔκπληξιν ὁ Κύριος λέγει τῷ Ἀrjuna ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ μάχῃ, ἀνδρεία καὶ ἐνθουσιασμὸς ἔπρεπε νὰ ἐγερθῶσιν εἰς σέ, ἀλλὰ πόθεν σοι αὕτη ἡ δειλία ἐν τῷ ἀκαίρῳ τούτῳ ἐπέπεσεν; Ἡ ἔκπληξις γίνεται διὰ δύο τρόπους – διὰ τὴν ἰδίαν ἄγνοιαν, καὶ διὰ νὰ ἐγείρῃ ἄλλον. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μὲ ἔκπληξιν ἐδῶ εἶναι μόνον διὰ νὰ ἐγείρῃ τὸν Ἀrjuna, ἵνα ἡ προσοχὴ τοῦ Ἀrjuna στραφῇ πρὸς τὸ καθήκον αὐτοῦ. Ἡ ἔννοια τοῦ «Πόθεν» εἶναι ὅτι κατὰ βάσιν, αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα ὑπὸ μορφὴν δειλίας δὲν ὑπάρχει εἰς σέ (εἰς τὸ ἀληθινόν Σου Εἶναι). Εἶναι ἐπεισόδιον ἐλάττωμα, ὄχι μόνιμον. Ἡ ἔννοια τοῦ «παρεγένετο» εἶναι ὅτι αὕτη ἡ δειλία δὲν ἐφάνη μόνον εἰς τοὺς λογισμούς καὶ τοὺς λόγους σου· ἀλλὰ εἰσῆλθε καὶ εἰς τὰς πράξεις σου. Σὲ ἐκάλυψεν ὁλοσχερῶς, δι’ ἣν ἔθηκας τὰ τόξα καὶ τὰ βέλη σου καὶ ἐκάθισες ἐν μέσῳ τοῦ ἅρματος. «Οὐκ ἔστιν ἀγαπητὴ τοῖς γενναίοις» (Ἑρμηνεία σ. 38.2) – Τὰ αἰσθήματα τὰ ἐγειρόμενα εἰς τοὺς σοφοὺς, τοὺς γενναίους ἄνδρας εἶναι μόνον διὰ τὸν σκοπὸν τῆς ἰδίας αὐτῶν εὐημερίας. Διὰ τοῦτο, ἐν τῷ δευτέρῳ ἡμίσει τοῦ στίχου, ὁ Κύριος πρῶτον χρησιμοποιεῖ τὸν ἄνωθεν ὅρον διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ δειλία ἡ ἐγειρομένη εἰς σὲ δὲν γίνεται δεκτὴ ὑπὸ τῶν γενναίων ἀνδρῶν. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι εἰς ταύτην τὴν δειλίαν σου, δὲν ὑπάρχει καμμία σκέψις διὰ τὴν ἰδίαν σου εὐημερία. Οἱ γενναῖοι ἄνδρες οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν εὐημερίαν τηροῦν τὴν εὐημερίαν αὐτῶν ὡς σκοπὸν καὶ ἐν τῇ δράσει καὶ ἐν τῇ ἀποχῇ. Δειλία πρὸς τὸ καθήκον αὐτῶν δὲν ἐγείρεται εἰς αὐτούς. Ὅ,τι καθήκον ἔρχεται εἰς αὐτοὺς κατὰ τὰς περιστάσεις, τὸ ἐκπληροῦν ὁλοσχερῶς καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸν καὶ προσοχὴν διὰ τὸν σκοπὸν τῆς εὐημερίας. Δὲν γίνονται δειλοὶ ὡς σὺ καὶ ἀποσύρονται ἀπὸ τὸν πόλεμον ἢ ἄλλο τι ὑποχρεωτικὸν καθήκον. Διὰ τοῦτο, ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ καθήκον τὸ ἐλθὸν ὑπὸ μορφὴν πολέμου δὲν συμβάλλει εἰς τὴν εὐημερίαν σου. «Οὐδὲ εἰς οὐρανὸν ἄγει» – Ἐὰν καὶ τὸ θέμα τῆς εὐημερίας δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ θεωρηθῇ ἀπὸ κοσμικὴν ὄψιν, ὁ οὐρανὸς θεωρεῖται ὡς τὸ ἀνώτατον κατόρθωμα εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλ’ αὕτη ἡ δειλία σου δὲν ὁδηγεῖ οὔτε εἰς οὐρανόν, ἐννοοῦντας ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὸν πόλεμον ἐκ δειλίας δὲν δύναται νὰ εἶναι ἡ κατάκτησις τοῦ οὐρανοῦ. «Οὐδὲ δόξαν χαρίζεται» – Ἐὰν καὶ ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ κατάκτησις τοῦ οὐρανοῦ, ἄνθρωπος ὁ νομιζόμενος καλὸς ἐκτελεῖ μόνον ἐκεῖνο τὸ ἔργον τὸ φέρον δόξαν εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλ’ αὕτη ἡ δειλία σου δὲν χαρίζει δόξαν (εὐφημίαν) εἰς τοῦτον τὸν κόσμον οὔτε· ἀντιθέτως, φέρει ἀδοξίαν. Διὰ τοῦτο, ἡ ἐγερσις τῆς δειλίας εἰς σὲ εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλος. Ἐδῶ, διδοὺς τὴν σειράν «οὐκ ἔστιν ἀγαπητὴ τοῖς γενναίοις, οὐδὲ εἰς οὐρανὸν ἄγει, καὶ οὐδὲ δόξαν χαρίζεται», ὁ Κύριος ἔδειξε τρεῖς τύπους ἀνθρώπων: (1) Οἱ διανοούμενοι ἄνδρες ἐπιθυμοῦν μόνον τὴν ἰδίαν εὐημερίαν. Ὁ σκοπὸς αὐτῶν, τὸ τέλος αὐτῶν εἶναι μόνον ἡ εὐημερία. (2) Οἱ ἀρεταῖοι ἄνδρες ἐπιθυμοῦν τὴν κατάκτησιν τοῦ οὐρανοῦ διὰ δικαίων ἔργων. Θεωροῦν μόνον τὸν οὐρανὸν ὡς ἄνω καὶ τηροῦν τὴν κατάκτησιν αὐτοῦ ὡς σκοπόν. (3) Οἱ κοινῶς ἄνδρες τιμῶσι μόνον τὸν κόσμον. Διὰ τοῦτο, ἐπιθυμοῦν τὴν ἰδίαν δόξαν εἰς τὸν κόσμον καὶ θεωροῦν ἐκεῖνη τὴν δόξαν μόνον ὡς σκοπόν. Διδοὺς τοὺς ἄνωθεν τρεῖς ὅρους, ὁ Κύριος προειδοποιεῖ τὸν Ἀrjuna ὅτι αὕτη ἡ ἀπόφασίς σου νὰ μὴ πολεμήσῃς δὲν συμβάλλει εἰς τὴν κατάκτησιν τῶν σκοπῶν τῶν διανοουμένων καὶ ἀρεταίων ἀνδρῶν – εὐημερίας καὶ οὐρανοῦ – οὔτε συμβάλλει εἰς τὴν κατάκτησιν τοῦ σκοποῦ τῶν κοινῶν ἀνδρῶν – δόξης. Διὰ τοῦτο, διὰ πλάνην, ἡ ἀπόφασίς σου νὰ μὴ πολεμήσῃς εἶναι ἀνεπιτήδειος, ἥτις θὰ προκαλέσῃ τὴν πτῶσίν σου, θὰ σὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὰς κόλασις, καὶ θὰ σοὶ φέρῃ ἀδοξίαν. Σύνδεσις – Ἀφοῦ ἡ δειλία ἐγήγερται, τί πρέπει νὰ πράξῃ κανεὶς τώρα; Διὰ νὰ διαλύσῃ τοῦτο τὸ ἐρώτημα, ὁ Κύριος λέγει –