1.21. Ερμηνεία – «Ὦ Ἀχύτα, στῆσόν μου τὸ ἅρμα μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων» – Τὰ δύο στρατόπεδα εἱστήκει ἀντιμέτωπα ἕτοιμα νὰ συμπλακοῦν εἰς μάχην. Ἡ ἀπόστασις μεταξὺ αὐτῶν ἦτο τοιαύτη, ὥστε τὸ ἕν στρατόπεδον νὰ δύναται νὰ τοξεύσῃ βέλη καὶ ἄλλα ὅπλα ἐπὶ τοῦ ἄλλου. Τὸ μέσον σημεῖον μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων ἦτο κεντρικὸν ἀπὸ δύο ἀποψεων: (1) τὸ μέσον τοῦ πλάτους κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ στρατεύματα ἦσαν παρατεταγμένα, καὶ (2) τὸ μέσον μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων, ὅπου τὸ στρατόπεδον τῶν Καυραβῶν ἵστατο εἰς τὴν ἴσην ἀπόστασιν ὡς ἐκεῖνο τῶν Πανταβῶν. Ὁ Ἀρτζούνας παρακαλεῖ τὸν Κύριον νὰ σταθμεύσῃ τὸ ἅρμα εἰς τοιοῦτον μέσον σημεῖον, ἵνα ἀμφότερα τὰ στρατεύματα δύνανται εὐκόλως νὰ παρατηρηθῶσιν.
Ἡ φράσις «μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων» εμφανίζεται τρὶς εἰς τὴν Γκίτα: ἐνταῦθα (1.21), εἰς τὴν εἰκοστὴν τετάρτην στίχον τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου (1.24), καὶ εἰς τὴν δεκάτην στίχον τοῦ δευτέρου κεφαλαίου (2.10). Ἡ σημασία τοῦ νὰ εμφανίζεται τρὶς εἶναι ὅτι πρῶτον, ὁ Ἀρτζούνας, μετ’ ἀνδρείας, διατάσσει τὸ ἅρμα του νὰ τεθῇ μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων (1.21). Ἔπειτα, ὁ Κύριος, θέσας τὸ ἅρμα μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων, προστάσσει αὐτὸν νὰ θεάσηται τοὺς Κούρους (1.24). Καὶ τέλος, μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων ὁ Κύριος παραδίδει τὰ μεγάλα διδάγματα τῆς Γκίτα εἰς τὸν περίλυπον Ἀρτζούναν (2.10). Οὕτως, κατ’ ἀρχὰς ὁ Ἀρτζούνας εἶχε ἀνδρείαν· ἔπειτα, ἰδὼν τοὺς συγγενεῖς του, ἐγένετο ἀποστροφὴς πρὸς τὴν μάχην διὰ προσκόλλησιν· καὶ τελικῶς, ἐδέχθη τὰ ὑπέρτατα διδάγματα τῆς Γκίτα παρὰ τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα ἀπέσυραν τὴν πλάνην αὐτοῦ. Τοῦτο ὑποδηλοῖ ὅτι ὅπου ἂν κεῖταί τις καὶ ἐν ὁποιαισδήποτε περιστάσεσιν, μένων αὐτοῦ ἀκριβῶς, δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ὀρθῶς τὴν ἐπικρατοῦσαν κατάστασιν, νὰ ἐνεργήσῃ ἄνευ ἐπιθυμίας, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ Ὑπέρτατον. Διότι ὁ Ὑπέρτατος Κύριος μένει πάντοτε ὁ αὐτὸς εἰς πάσας τὰς περιστάσεις.
«Ἕως οὗ παρατηρήσω τούτους… ἐν τῇδε τῇ πολεμικῇ ἐγχειρήσει» – Πόσον χρόνον ὀφείλει τὸ ἅρμα νὰ σταθμεύσῃ μεταξὺ τῶν δύο στρατοπέδων; Περὶ τούτου, ὁ Ἀρτζούνας λέγει, «Κατάσχες τὸ ἅρμα ἑστὸς ἐκεῖ ἕως οὗ ἴδω πάντας ἐκείνους τοὺς βασιλεῖς, οἵτινες ἦλθον ἐπιθυμοῦντες πολέμου καὶ ἵστανται εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Καυραβῶν σὺν ταῖς δυνάμεσιν αὐτῶν. Ἐν τῇδε τῇ πολεμικῇ ἐγχειρήσει, μετὰ τίνων ὀφείλω νὰ συμπλακῶ εἰς μάχην; Ἄς ἴδω αὐτοὺς πάντας – τίνες ἐξ αὐτῶν εἶναι ἰσοδύναμοι πρὸς ἐμέ, τίνες κατώτεροι, καὶ τίνες κρείττονες».
Ἐδῶ, διὰ τῆς λέξεως «ἐκείνων τῶν ἐπιθυμούντων νὰ πολεμήσωσιν», ὁ Ἀρτζούνας λέγει, «Ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν εἰρήνην, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οὐκ ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν εἰρήνης διότι οἱ νοῦς αὐτῶν τρέφουν μείζονα ἐπιθυμίαν πολέμου. Διὰ τοῦτο, ἄς τοὺς ἴδω – μετὰ ποίας δυνάμεως ἐπιθυμοῦσι τὴν μάχην;»
★🔗