3.31: Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἐλεύθεροι ἀπὸ μομφῆς καὶ κεκοσμημένοι μετὰ πίστεως, ἀκολουθοῦντες ἀεί τὸν δόγμα μου τοῦτον (τὸν προειρημένον ἐν τῷ προηγουμένῳ στίχῳ), καὶ αὐτοὶ ἐλευθεροῦνται ἀπὸ τῶν δεσμῶν τῶν πράξεων.
Ἑρμηνεία: «Ἐὰν δέ τις ἄνθρωπος, ἀνήκων εἰς ὁποιονδήποτε βαρνα, ἀσραμα, θρησκείαν, αἵρεσιν, κτλ., ἐπιθυμῇ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς τοῦ κάρμα, τότε ὀφείλει νὰ δέχεται καὶ νὰ ἀκολουθῇ τὴν ἀρχὴν ταύτην. Πάντες οἱ ἄνθρωποι οἵτινες γνωρίζουν τὴν ἀλήθειαν ὅτι οὐδέν — οὔτε τὸ σῶμα, οὔτε αἱ αἰσθήσεις, οὔτε ὁ νοῦς, οὔτε ὁ διάνουα, οὔτε τὰ αἰσθητά, οὔτε αἱ πράξεις, κτλ. — εἶναι ἴδιον αὐτῶν, γίνονται ἐλεύθεροι ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς τοῦ κάρμα. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἔχων σταθερὰν, ἀκλόνητον πίστιν καὶ εὐλάβειαν πρὸς τὸν Κύριον καὶ τὸν δόγμα αὐτοῦ, καθὼς ἔχει τις πρὸς πράγματα αἰσθητῶς γνωστά, ὀνομάζεται «σραδδάβαντα» (κεκοσμημένος μετὰ πίστεως). Διὰ τοῦ ἔχειν πίστιν εἰς τὴν ἀλήθειαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐλευθεροῦται μὴ νομίζων τὰ ἀψυχὰ αἰσθητά, ὡς τὸ σῶμα κτλ., ὡς ἴδια ἢ δι’ ἑαυτόν, γίνεται εὔκολον νὰ ἀποτινάξῃ τὴν ὑποτιθεμένην σχέσιν μετὰ τῆς ἀψυχίας. Μόνον ὁ πιστὸς ἀσκητὴς ἀκούει τὰς διδασκαλίας τῶν ἀληθινῶν Γραφῶν, τῶν ἀληθινῶν συζητήσεων καὶ τῆς ἁγίας συναναστροφῆς, καὶ τίθησιν αὐτὰς εἰς πρᾶξιν. Τὸ ἀνθρώπινον σῶμα λαμβάνεται μόνον διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ Ὑπέρτατου Ἀτμάν. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὑπάρχει ἰσχυρὰ, μοναδικὴ ἐπιθυμία νὰ κτήσῃ μόνον τὸν Ὑπέρτατον Ἀτμάν, ἡ πίστις, ἡ προθυμία, ὁ ἐγκράτεια τῶν αἰσθήσεων, κτλ., ἐμφύονται αὐτομάτως εἰς τὸν ἀσκητήν. Ὅθεν, ὁ ἀσκητὴς ὀφείλει πρωτίστως νὰ ἐντέίνῃ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Ὑπέρτατου Ἀτμάν. Ἐν τῷ προηγουμένῳ (τριηκοστῷ) στίχῳ, ὁ Κύριος ἀπήγγειλε τὸν δόγμα αὐτοῦ· ἐνταῦθα, ὁ ὅρος «ἀνουσουγιαντα» (ἐλεύθεροι ἀπὸ μομφῆς) δίδεται διὰ νὰ δηλώσῃ ὅτι κανείς δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκῃ μομφὴν εἰς αὐτόν. Τὸ νὰ εὑρίσκῃ τις μομφὴν εἰς τὰς ἀρετὰς ὀνομάζεται «ασουγια» (μομφή). Οἱ ἐλεύθεροι ἀπὸ ασουγια (μομφῆς) ὀνομάζονται «ἀνουσουγιαντα» ἐνταῦθα.
Καὶ ὅπου ὑπάρχει πίστις, δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὶς βαθμὸς μομφῆς. Διὰ τοῦτο, διὰ τοῦ δοῦναι τὸν ὅρον «ἀνουσουγιαντα» ἅμα μετὰ τοῦ «σραδδάβαντα», ὁ Κύριος διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ εἶναι τελείως ἐλεύθεροι ἀπὸ μομφήν (ἔχοντες τελείαν πίστιν). Ὁμοίως, ἐνῷ περιέγραφε τὴν δόξαν τοῦ ἀκούειν τὴν Γκίτα, ὁ Κύριος ἐχρησιμοποίησε καὶ τὸν ὅρον «σραδδάβαν ανσουγιας τσα» (Γκίτα 18.71) διὰ νὰ δηλώσῃ ὅτι ὁ ἀκροατὴς ὀφείλει νὰ εἶναι κεκοσμημένος μετὰ πίστεως καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ μομφήν. Σκέψεις τουαῦται, ὡς «Ὁ δόγμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἔξοχος, ἀλλὰ πόσην αὐτοεγκωμιαστικὴν καὶ ὑπερηφάνειαν ὁ Κύριος λαλεῖ — ὅτι κανείς ὀφείλει νὰ προσφέρῃ τὰ πάντα εἰς Ἐμὲ μόνον», ἢ «Ὁ δόγμα οὗτος εἶναι καλός, ἀλλὰ πῶς δύναται ὁ Θεὸς νὰ κτηθῇ διὰ τῶν πράξεων; Αἱ πράξεις εἶναι ἄψυχαι καὶ δεσμευτικαί», κτλ., συνιστοῦν μομφὴν πρὸς τὸν δόγμα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀσκητὴς δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκῃ μομφὴν οὔτε εἰς τὸν Κύριον οὔτε εἰς τὸν δόγμα αὐτοῦ. Ἐν τῇ πραγματικότητι, τὰ πάντα ἀνήκουν εἰς τὸν Κύριον μόνον· ὅμως, διὰ τῆς ἀπάτης, οἱ ἄνθρωποι νομίζουν τὰ πράγματα τοῦ Κυρίου ὡς ἴδια αὐτῶν, γίνονται δεδεμένοι, καὶ πάσχουν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς προσκολλήσεως καὶ τῆς ἐπιθυμίας. Διὰ τοῦτο, διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς ἀνθρώπους κάμνων αὐτοὺς νὰ ἀποτινάξωσι τοῦτο τὸ αἴσθημα τῆς κυριότητος (ἵνα ἦναι αἰωνίως εὐτυχεῖς), ὁ Κύριος, ἐκ τῆς ἐμφύτου αὐτοῦ οἰκτιρμοσύνης, διδάσκει αὐτοὺς νὰ προσφέρουν τὰ πάντα εἰς Αὐτόν. Ὅθεν, τὸ νὰ εὑρίσκῃ τις μομφὴν εἰς τοῦτο τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπρεπές. Εἶναι ὄντως ἡ ὑπέρτατη στοργή, οἰκτιρμοσύνη καὶ γονικὴ ἀγάπη τοῦ Κυρίου ὅτι, καίπερ μὴ ἔχων οὐδεμίαν ἀτέλειαν ἢ χρείαν ἐν ἑαυτῷ, διδάσκει κανένα νὰ προσφέρῃ πάσας τὰς πράξεις εἰς Αὐτὸν μόνον διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ δόγμα τοῦ Κυρίου μόνον ὀνομάζεται «σιδδάντα» (ἐστηριγμένη ἀρχή) ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ ὑπέρτατη ἀρχὴ ἀναφέρεται ἐνταῦθα διὰ τοῦ ὅρου «ματαμ» (δόγμα). Διὰ τὴν ἐμφύτου αὐτοῦ ἁπλότητα καὶ ἀπουσίαν ὑπερηφανίας, ὁ Κύριος ἀναφέρει τὴν ὑπέρτατην ἀρχὴν διὰ τοῦ ὀνόματος «ματαμ». Οὗτος ὁ δόγμα ἢ ἀρχὴ μένει ἡ αὐτὴ εἰς πάντας τοὺς τρεῖς χρόνους, δηλαδή, ποτὲ δὲν ὑφίσταται τινὰ μεταβολήν, εἴτε κανείς ἔχει πίστιν εἰς αὐτήν εἴτε ὄχι. Ἐνταῦθα, ὁ ὅρος «νιτγιαμ» (αἰώνιος/ἀεί) δὲν εἶναι ἐπίθετον διὰ τὸ «ματαμ», ἀλλὰ μᾶλλον ἐπίθετον διὰ τὸ «ἀνουτισθάντι» (ἀκολουθοῦσιν). Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁ Κύριος εἶναι αἰώνιος· διὰ τοῦτο, πάντα τὰ πράγματα τὰ σχετικὰ μετ’ Αὐτοῦ εἶναι καὶ αὐτά αἰώνια. Ὁ δόγμα τοῦ Κυρίου εἶναι καὶ αὐτὸς αἰώνιος. Ὁ δόγμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ὑπέρτατη ἀρχή, καὶ ἀρχή εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν ἀπόλλυται. Ὅθεν, ὁ δόγμα τοῦ Κυρίου εἶναι βεβαίως αἰώνιος, καὶ ἡ πράξις αὐτοῦ ὀφείλει νὰ εἶναι αἰώνιος. Διὰ τοῦτο, ὁ σκοπὸς τοῦ δοῦναι τὸν ἐπιρρηματικὸν ὅρον «νιτγιαμ» ἐνταῦθα εἶναι νὰ δηλώσῃ τὸ νὰ μένῃ τις ἀεί καὶ συνεχῶς εἰς τὸν δόγμα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ πράττῃ κατ’ αὐτόν.
Ἐρώτησις: Τίς εἶναι ὁ δόγμα τοῦ Κυρίου; Καὶ πῶς ὀφείλει νὰ πράττηται ἀεί;
Ἀπόκρισις: Ὁ δόγμα τοῦ Κυρίου εἶναι ὅτι οὐδὲν τῶν κτηθέντων εἶναι ἴδιον. Τὸ σῶμα, αἱ αἰσθήσεις, ὁ νοῦς, ὁ διάνουα, ἡ ζωτικὴ δύναμις, ὁ πλοῦτος, αἱ κτήσεις, τὰ αἰσθητά, κτλ., εἶναι πάντα ἀποτελέσματα τῆς Πρακρίτι, καὶ ὁ κόσμος εἶναι καὶ αὐτὸς ἀπότελεσμα τῆς Πρακρίτι. Διὰ τοῦτο, ταῦτα τὰ αἰσθητά ἔχουν ἑνότητα μετὰ τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τὸ εἶναι μέρος τοῦ Ὑπέρτατου Ἀτμάν, ὁ «ἀτμάν» ἔχει ἑνότητα μετὰ τοῦ Ὑπέρτατου Ἀτμάν. Ὅθεν, ταῦτα τὰ αἰσθητά δὲν εἶναι ἰδιωτικά (ἴδια)· μᾶλλον, τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως αὐτῶν εἶναι ἰδιωτικόν. Ἐκτὸς τούτου, αἱ ἀρεταί, ἡ καλὴ συμπεριφορά, ἡ ἀποχή, ἡ ἀπροσπάθεια, ἡ οἰκτιρμοσύνη, ἡ συγγνώμη, κτλ., εἶναι καὶ αὐτὰ οὐχὶ ἰδιωτικά, ἀλλὰ ἀνήκουν εἰς τὸν Κύριον. Αὗται αἱ θεῖαι περιουσίαι, δηλαδὴ αἱ περιουσίαι διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ Θεοῦ, ἀνήκουν εἰς τὸν Κύριον μόνον. Εἰ αὗται αἱ ἀρεταί, ἡ καλὴ συμπεριφορά, κτλ., ἦσαν ἴδιαι ἡμῶν, τότε θὰ εἴχαμεν πλήρη ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ τὶς κτήσῃ χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν ἡμῶν. Τὸ νὰ τὶς θεωρῇ τις ὡς ἰδίας ὁδηγεῖ εἰς ὑπερηφάνειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ῥίζα τῶν δαιμονικῶν περιουσιῶν. Ὁ δεσμὸς γεννᾶται μόνον διὰ τοῦ νὰ θεωρῇ τις ὡς ἴδιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἴδιον καὶ νὰ ἐκτελῇ πράξεις διὰ νὰ τὸ κτήσῃ. Τὰ αἰσθητά ὡς τὸ σῶμα, κτλ., δὲν εἶναι «ἴδια», οὐδὲ εἶναι «δι’ ἑαυτόν». Εἰ ἦσαν δι’ ἑαυτόν, τότε ἀφοῦ τὶς κτήσῃ, θὰ ἐπειθόμεθα πλήρη ἱκανοποίησιν ἢ εὐχαρίστησιν, αἴσθημα πληρότητος. Ὅμως, ὁσάκις κἂν κτήσῃ κανείς πολλὰ κοσμικὰ αἰσθητά, ποτὲ δὲν ὑπάρχει ἱκανοποίησις. Ἡ ἱκανοποίησις ἢ ἡ ἐμπειρία τῆς πληρότητος συμβαίνει ἀφοῦ κτήσῃ κανείς ἐκεῖνο τὸ αἰσθητὸν (τὸν Κύριον) τὸ ὁποῖον εἶναι ὄντως ἴδιον αὐτοῦ. Ἀφοῦ κτήσῃ κανείς τὸ ἀληθινὸν αὐτοῦ αἰσθητόν, οὐδὲ ἐν τοῖς ὀνείροις μένει ἡ ἐπιθυμία νὰ κτήσῃ τι ἄλλο. Διὰ παραδείγματος, ἐν τῷ κόσμῳ, πᾶσαι αἱ γυναῖκες αἱ ἔχουσαι υἱοὺς εἶναι μητέρες, ἀλλὰ τὸ παιδίον δὲν ἱκανοποιεῖται διὰ τοῦ κτήσεως πάσας ἐκεῖνας τὰς μητέρας· μᾶλλον, ἡ ἱκανοποίησις ἔρχεται μόνον ἀφοῦ κτήσῃ τὴν ἰδίαν του μητέρα. Ὁμοίως, ἕως ὅτου ὑπάρχει ἐπιθυμία νὰ κτήσῃ κανείς περισσότερα, ὀφείλει νὰ νομίζεται ὅτι τὸ ἴδιον αὐτοῦ αἰσθητὸν δὲν ἔχει κτηθῇ. Κάποιος δύναται λανθασμένως νὰ θεωρῇ τὰ κτηθέντα αἰσθητά ὡς ἴδια, ἀλλ’ ἐν τῇ πραγματικότητι, δὲν εἶναι ἴδια, καὶ διὰ τοῦτο, δὲν φέρουν ἱκανοποίησιν. Ὅθεν, οὐδὲν τῶν κτηθέντων εἶναι ἴδιον ἢ δι’ ἑαυτόν.
Οὔτε ἐφέραμεν μεθ’ ἡμῶν αἰσθητά ὡς τὸ σῶμα, κτλ., οὔτε δύναμεν νὰ τὶς λάβωμεν μεθ’ ἡμῶν· ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρόντι, ἀποχωρίζονται ἀπὸ ἡμᾶς κάθε στιγμή. Ὅτι φαίνονται ὡς ἴδια ἐν τῷ παρόντι εἶναι διὰ τὴν ὀρθὴν χρῆσιν αὐτῶν, δηλαδὴ διὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν ἄλλων, ὄχι διὰ νὰ ἱδρύσωμεν κυριότητα ἐπ’ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, ἔχομεν τὸ δικαίωμα μόνον νὰ χρησιμοποιήσωμεν ὀρθῶς τὰ κτηθέντα αἰσθητά, ὄχι νὰ τὶς θεωρήσωμεν ὡς ἴδια. Ὁ Κύριος ἔδωκε ταῦτα τὰ αἰσθητά εἰς τοὺς ἀνθρώπους τόσον γενναιόδωρα καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ φαίνονται ὡς ἴδια αὐτῶν. Τὸ νὰ θεωρῇ τις ταῦτα τὰ αἰσθητά ὡς ἴδια εἶναι κατάχρησις τῆς γενναιοδωρίας τοῦ Κυρίου. Διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ ταύτην τὴν ἀπάτην δι’ ἧς αἰσθητά τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἴδια λανθασμένως θεωροῦνται ὡς ἴδια, ὁ ἀσκητὴς ὀφείλει νὰ διαλογίζεται βαθέως μετὰ πνευματικῆς διανοίας καὶ νὰ τὶς προσφέρῃ εἰς τὸν Κύριον, δηλαδὴ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ λανθασμένως ὑποτιθέμενον αἴσθημα τῆς κυριότητος.
Ὁ ἀσκητὴς τοῦ ὁποίου ὁ μοναδικὸς σκοπός εἶναι νὰ κτήσῃ τὴν πνευματικὴν ἀλήθειαν (τὸν Ὑπέρτατον Ἀτμάν), ἐὰν διαλογισθῇ σοβαρῶς, θὰ κατανοήσῃ σαφῶς ὅτι οὐδὲν τῶν κτηθέντων εἶναι ἴδιον· μᾶλλον, εἶναι πράγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀποχωρισθῇ. Ὅ,τι κἂν κτήσῃ κανείς — σῶμα, θέσις, ἐξουσία, παιδεία, προσόντα, πλοῦτος, κτήσεις, γῆ, κτλ. — κέκτηται ἀπὸ τοῦ κόσμου καὶ εἶναι διὰ τὸν κόσμον. Εἴτε θεωρῇ κανείς τὰ κτηθέντα αἰσθητά ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν κόσμον (ἀπότελεσμα), εἴτε εἰς τὴν Πρακρίτι (αἰτία), εἴτε εἰς τὸν Κύριον (κύριος), τὸ ἐξῆς εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἴδια. Πῶς δύνανται αἰσθητά τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἴδια νὰ εἶναι δι’ ἑαυτόν;
Ὁ ἀσκητὴς ὀφείλει οὔτε νὰ θεωρῇ τι «αἰσθητὸν» ὡς ἴδιον αὐτοῦ, οὔτε νὰ ἐκτελῇ τινα «πρᾶξιν» δι’ ἑαυτόν. Αἱ πράξεις αἱ ἐκτελούμεναι δι’ ἑαυτόν εἶναι δεσμευτικαί (Γκίτα 3.9), δηλαδὴ ἐκτὸς τῆς γιάνια (καθηκόντων-πράξεων ἐκτελουμένων ἀνιδιοτελῶς διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν ἄλλων), αἱ ἄλλαι (πράξεις ἐκτελούμεναι δι’ ἑαυτόν) πράξεις δεσμεύουν τοὺς ἀνθρώπους. Διὰ τὸν ἀσκητὴν ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ πράξεις διὰ γιάνια, πᾶσαι αἱ πράξεις, καὶ αἱ συσσωρευμέναι, διαλύονται (Γκίτα 4.23). Ὁ Κύριος εἶναι ὁ μέγας Κύριος (κύριος) πάντων τῶν κόσμων — «σαρβαλοκαμαχεσβαραμ» (Γκίτα 5.29). Ὅταν ἄνθρωπος θεωρῇ ἑαυτὸν ὡς κύριον αἰσθητῶν, ἐπιλανθάνεται τοῦ ἀληθινοῦ αὐτοῦ κυρίου· διότι διαλογίζεται μόνον ἐκεῖνα τὰ αἰσθητά τῶν ὁποίων θεωρεῖ ἑαυτὸν κύριον. Διὰ τοῦτο, θεωρῶν τὸν Κύριον μόνον ὡς τὸν μοναδικὸν κύριον τοῦ σύμπαντος, ὁ ἀσκητὴς ὀφείλει νὰ ζῇ ἐν τῷ κόσμῳ ὡς δοῦλος. Ὁ δοῦλος, ἐνῷ ἐκτελεῖ πάσας τὰς ἐργασίας διὰ τὸν δεσπότην αὐτοῦ, ποτὲ δὲν θεωρεῖ ἑαυτὸν ὡς δεσπότην. Ὅθεν, ὁ ἀσκητὴς ὀφείλει νὰ μὴ θεωρῇ τὸ σῶμα, τὰς αἰσθήσεις, τὸν νοῦν, τὸν διάνουα, τὰ αἰσθητά, κτλ., ὡς ἴδια αὐτοῦ, ἀλλὰ θεωρῶν αὐτὰ ὡς τοῦ Κυρίου μόνον, ὀφείλει νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθήκον αὐτοῦ· ὀφείλει νὰ γίνεται μόνον ὄργανον ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν πράξεων. Δὲν ὀφείλει νὰ τρέφῃ ὑπερηφάνειαν κυριότητος ἐν ἑαυτῷ.
Ἀφοῦ προσφέρῃ τὰ πάντα εἰς τὸν Κύριον, ὅ,τι κἂν ἔλθῃ — κέρδος ἢ ζημία, τιμὴ ἢ ἀτιμία, ἡδονὴ ἢ πόνος, κτλ. — ὁ ἀσκητὴς ὀφείλει καὶ αὐτὰ νὰ τὶς θεωρῇ ὡς τοῦ Κυρίου μόνον καὶ νὰ μὴ ἔχῃ προσωπικὸν κίνητρον περὶ αὐτῶν. Τὸ καθήκον μόνον εἶναι κατὰ τὰς ἐπικρατούσας περιστάσεις. Ὀφείλει νὰ συνεχίζῃ νὰ ἐκτελῇ τὸ καθήκον αὐτοῦ μετ’ εὐφροσύνης κατὰ τὰς περιστάσεις. Τοῦτο εἶναι τί σημαίνει νὰ ἀκολουθῇ τις ἀεί τὸν δόγμα τοῦ Κυρίου.
«Μουτζγάντε τε’πι καρμαμπιχ» — Ὁ Κύριος λέγει πρὸς τὸν Ἀρτζούνα, ὡς ἂν ἔλεγε: Δίδω σοὶ σαφῆ ἐντολὴν νὰ ἐκτελῇς καθηκόντων-πράξεις προσφέρων τὰ πάντα εἰς Ἐμέ· διὰ τοῦτο, διὰ τῆς ὑπακοῆς εἰς τὴν ἐντολήν μου, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀπελευθερώσεώς σου· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι εἰς οὓς δὲν δίδω τοιαύτην σαφῆ ἐντολήν, ἐὰν πράττωσι κατὰ τοῦτον τὸν δόγμα (μὴ θεωροῦντες ὡς ἴδιον τὸ κτηθὲν καὶ ἐκτελοῦντες καθηκόντων-πράξεις), καὶ αὐτοὶ θὰ ἀπελευθερωθῶσιν. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι οὗτος ὁ δόγμα εἶναι τοιοῦτος ὥστε εἴτε κανείς πιστεύει εἰς Ἐμὲ εἴτε ὄχι, μόνον διὰ τῆς ἀκολουθίας τοῦ δόγματος τούτου, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐλεύθερος.
★🔗