3.25 – 3.26: Ὦ Ἀρτζούνα, γένος τοῦ Βάρατα! Καθὼς οἱ ἀγνώμονες, προσκολλημένοι εἰς τὴν πρᾶξιν, ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντα αὐτῶν, οὕτως καὶ ὁ σοφὸς ἄνθρωπος, ἐλεύθερος ἀπὸ προσκολλήσεως, πρέπει νὰ ἐκτελῇ τὰς πράξεις, ἐπιθυμῶν τὴν εὐημερίαν τοῦ κόσμου. Ὁ φωτισμένος σοφὸς δὲν πρέπει νὰ δημιουργῇ σύγχυσιν εἰς τὰς διανοίας τῶν ἀγνοούντων ἀνθρώπων τῶν προσκολλημένων εἰς τὰς πράξεις· μᾶλλον, αὐτὸς πρέπει νὰ ἐκτελῇ τέλεια ὅλας τὰς πράξεις καὶ νὰ ἐμπνέῃ αὐτοὺς νὰ πράττωσιν τὸ ἴδιον.
3.25. Ἑρμηνεία: «saktāḥ karmaṇyavidvāṁso yathā kurvanti bhārata» – Ἡ φράσις «saktāḥ avidvāṁsaḥ» (προσκολλημένοι, ἀγνώμονες) ἐνταῦθα ἀναφέρεται εἰς ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους οἵτινες ἔχουν πλήρη πίστιν εἰς τὰς Γραφάς, τὴν μεθοδολογίαν τῶν Γραφῶν καὶ τὰς εὐλογημένας πράξεις αἵτινες προδιαγράφονται ἀπὸ τὰς Γραφάς, καὶ οἵτινες ἔχουν πλήρη πεποίθησιν ὅτι ὁ καρπὸς τῶν κατὰ Γραφὴν προσταττομένων πράξεων ἀποκτᾶται βεβαίως. Εἰσὶν οὔτε γνῶστες τῆς Ἀληθείας οὔτε πονηροί· ὅμως, εἶναι προσκολλημένοι εἰς τὰς πράξεις, τὰς ἀπολαύσεις καὶ τὰ ἀντικείμενα. Καίτοι γνῶστες τῶν Γραφῶν, τοιοῦτοι ἄνθρωποι ὀνομάζονται ἀγνώμονες (avidvān) μόνον διὰ τῶν ἐπιθυμιῶν αὐτῶν. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἶναι μὲν μάθητες τῶν Γραφῶν, ἀλλ’ οὐ γνῶστες τῆς Ἀληθείας. Ἐκτελοῦν πράξεις μόνον δι’ ἑαυτούς, διὰ τοῦτο ὀνομάζονται ἀγνώμονες.
Οἱ τοιοῦτοι ἀγνώμονες ἐκτελοῦν τὰς πράξεις μετ’ ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς, χωρὶς καμμίαν ἀμέλειαν ἢ ὀκνηρίαν, ἀκολουθοῦντες τὴν πλήρη διαδικασίαν μετὰ πάντων τῶν μερῶν της· διότι κρατοῦν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἔλλειψις ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν πράξεων θὰ προκαλέσει ἔλλειψιν εἰς τοὺς καρπούς των. Λαμβάνοντες τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῶν πράξεων αὐτῶν ὡς πρότυπον, ὁ Κύριος ἐμπνέει τὸν τελείως ἀποκολλημένον σοφὸν ἄνθρωπον νὰ ἐκτελῇ πράξεις διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ κόσμου κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον.
«kuryād vidvāṁs tathāsaktaś cikīrṣur lokasaṅgraham» – Οἱ ὅροι «asaktaḥ, vidvān» (ἀποκολλημένος, σοφός) ἐνταῦθα ἀναφέρονται εἰς ἐκεῖνον τὸν φωτισμένον μέγαν ψυχὴν ἐν ᾧ ὑπάρχει πλήρης ἀπουσία ἐπιθυμίας, κτητικότητας, προσκολλήσεως, λαγνείας, μεροληψίας, ἰδιοτέλειας, κλπ., καὶ ὅστις δὲν ἔχει τὴν ἐλαχίστην προσκόλλησιν πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὰ ἄλλα ἀντικείμενα (βλέπε σημείωσιν σ. 158). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξηγήθη ἐν τῷ εἰκοστῷ πρώτῳ στίχῳ, μετὰ τὴν δήλωσιν «lokasaṅgraham evāpi sampaśyan» ἐν τῷ εἰκοστῷ στίχῳ, ἐκφράζεται ἐνταῦθα διὰ τῶν λέξεων «lokasaṅgrahaṁ cikīrṣuḥ». Ἅπαντα τὰ ἤθη τοῦ ἐξαίρετου ἀνθρώπου (τοῦ ἀποκολλημένου σοφοῦ) εἶναι φυσικῶς διὰ χάριν θυσίας καὶ διὰ τὴν διατήρησιν τῆς δικαιοσύνης. Καθὼς ὁ αἰσθηματίας εὐφραίνεται εἰς τὰς ἡδονάς, ὁ παραπλανημένος εἰς τὴν οἰκογένειάν του, καὶ ὁ πλεονέκτης εἰς τὸν πλοῦτον, ὁμοίως, ὁ ἐξαίρετος ἄνθρωπος εὐφραίνεται εἰς τὴν εὐημερίαν ὅλων τῶν ὄντων. Εἰς τὴν καρδίαν του, δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἡ σκέψις, «Ἐγὼ πράττω καλὸν διὰ τὸν κόσμον»· μᾶλλον, δι’ αὐτοῦ, ἡ εὐημερία τοῦ κόσμου συμβαίνει αὐθορμήτως καὶ φυσικῶς. Διὰ τὴν πλήρη ἀποκοπὴν τῆς σχέσεως μετὰ πάντων τῶν ὑλικῶν ἀντικειμένων, τὸ σῶμα, αἱ αἰσθήσεις, ὁ νοῦς, ἡ διάνοια, κλπ., τὰ ὁποῖα λέγονται ὅτι ἀνήκουν εἰς ἐκεῖνον τὸν γνῶστη, ὁ μέγας ψυχή, περιλαμβάνονται καὶ αὐτὰ ἐντὸς τοῦ νοήματος τῆς λέξεως «loka» ἐν τῷ ὅρῳ «lokasaṅgraha». Πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ τοιοῦτοι φωτισμένοι μέγαι ψυχαὶ φαίνονται ὡς ἐπιθυμοῦντες τὴν εὐημερίαν τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἐν τῇ πραγματικότητι, δὲν ἔχουν ἐπιθυμίαν οὐδὲ διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ κόσμου. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ποτὲ δὲν θεωροῦν, οὐδὲ κατὰ τὸ ἐλάχιστον, τὸ σῶμα, τὰς αἰσθήσεις, τὸν νοῦν, τὴν διάνοιαν, τὰ ἀντικείμενα, τὴν θέσιν, τὴν ἐξουσίαν, τὸν πλοῦτον, τὴν δυνατότητα, τὴν δύναμιν, κλπ., τὰ ὁποῖα λαμβάνουν ἀπὸ τὸν κόσμον ὡς ἴδια ἢ δι’ ἑαυτούς, οὐδὲ ἐν τῇ καταστάσει τοῦ ζητητοῦ· μᾶλλον, τὰ θεωροῦν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν κόσμον καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κόσμου, ὅπερ εἶναι πράγματι ἡ ἀλήθεια. Διότι ἐκεῖνη ἡ ῥοὴ διαμένει, καὶ ἐν τῇ καταστάσει τῆς τελειότητος, τὸ σῶμα καὶ τὰ ἄλλα ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα λέγονται ὅτι εἶναι δικά του μένουν ἐνασχολημένα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κόσμου αὐθορμήτως καὶ φυσικῶς, χωρὶς κανενὸς εἴδους ἐπιθυμίας.
Ἐν τούτῳ τῷ στίχῳ, αἱ λέξεις «yathā» καὶ «tathā» χρησιμοποιοῦνται ἐν τῇ σημασίᾳ τοῦ τρόπου ἐκτελέσεως τῆς πράξεως. Τὸ νόημα εἶναι ὅτι καθὼς οἱ ἀγνώμονες (οἱ κεκρατημένοι ἀπὸ ἐπιθυμίας) ἐκτελοῦν πράξεις μετ’ ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς διὰ τοὺς ἰδίους ἑαυτοὺς σκοπούς, οὕτως πρέπει ὁ σοφὸς ἄνθρωπος νὰ ἐκτελῇ πράξεις διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ κόσμου, δηλαδὴ διὰ τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ὁ σοφὸς ἄνθρωπος πρέπει νὰ συνεχίζῃ νὰ ἐκτελῇ ὅλα τὰ κοσμικὰ καὶ Βεδικὰ καθήκοντα μετὰ τοῦ αἰσθήματος εὐημερίας διὰ ὅλα τὰ ὄντα. Ὅταν κανεὶς ἐκτελῇ καθήκον μετὰ τοῦ αἰσθήματος, «Πῶς νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς;», καλὰ αἰσθήματα αὐτομάτως διαδίδονται εἰς τὸν κόσμον.
Ὁ ἀγνώμων ἐκτελεῖ καθήκον μετ’ ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς, ἀκολουθῶν τὴν διαδικασίαν, διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ καρποῦ, ἀλλ’ ὁ σοφὸς δὲν ἔχει προσκόλλησιν εἰς τὸν καρπὸν καὶ δι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει καθήκον. Διὰ τοῦτο, εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτὸν νὰ παραμελήσῃ τὴν πρᾶξιν. Ἐπομένως, ὁ Κύριος ὁδηγεῖ καὶ τὸν σοφὸν ἄνθρωπον νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ὡς ὁ ἀγνώμων (ὁ κεκρατημένος ἀπὸ ἐπιθυμίας) ἀφορῶσα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως.
Ἐν τῷ εἰκοστῷ πρώτῳ στίχῳ, ὁ σοφὸς ἄνθρωπος ἐδείχθη ὡς τὸ «πρότυπον», ἀλλ’ ἐνταῦθα δείχνεται ὡς ὁ «ἀκόλουθος». Τὸ νόημα εἶναι ὅτι εἴτε ὁ σοφὸς εἶναι πρότυπον εἴτε ἀκόλουθος, δι’ αὐτοῦ ἡ εὐημερία τοῦ κόσμου συμβαίνει αὐθορμήτως. Καθὼς ὁ Κύριος Σρί Ράμα δίδει διδασκαλίας εἰς τὸν λαὸν καὶ ἐπίσης ὑπάγει εἰς τὸ δάσος ὑπακούων εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ πατρός του. Ἐν ἀμφοτέραις ταῖς καταστάσεσιν, ἡ εὐημερία τοῦ κόσμου ἐπιτυγχάνεται δι’ αὐτοῦ· διότι δὲν εἶχε προσωπικὸν κίνητρον ἐν τῷ νὰ πράξῃ ἢ νὰ μὴ πράξῃ πράξεις.
Ὅταν ὁ σοφὸς ἄνθρωπος, ἐλεύθερος ἀπὸ προσκολλήσεως, ἐκτελῇ καθήκον, τότε αἱ πράξεις του αὐτομάτως ἐπηρεάζουν τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων τῶν προσκολλημένων διανοῶν, εἴτε ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται ἄμεσα ὅτι «αὕτη ἡ μεγάλη ψυχὴ ἐκτελεῖ πρᾶξιν χωρὶς ἐπιθυμίαν» εἴτε ὄχι. Εἶναι ἁρχὴ ὅτι τὰ ἀνεπιθύμητα αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου φυσικῶς ἐπηρεάζουν τοὺς ἄλλους. Ἐπομένως, τὰ αἰσθήματα καὶ ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀποκολλημένου σοφοῦ ἐπηρεάζουν οὐ μόνον τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὰ ζῶα, τὰ πτηνά, κλπ.
Ἕνα ἰδιαίτερον σημεῖον: Ἕως οὗ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐκτελῇ τὰς προδιαγεγραμμένας πράξεις μετ’ ἀνεπιθυμήτου αἰσθήματος, ὁ κύκλος τῆς γενέσεως καὶ τοῦ θανάτου του δὲν δύναται νὰ παύσῃ. Ἕως οὗ ἐκτελῇ πράξεις δι’ ἑαυτόν, δὲν γίνεται τελειωμένος, δηλαδὴ ἡ «πρᾶξις» του δὲν τελειώνει. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι τὸ Ἀτμάν εἶναι αἰώνιον, ἐνῷ ἡ πρᾶξις καὶ ὁ καρπός της εἶναι φθαρτά. Ἐπομένως, εἶναι ὑπέρτατη ἀνάγκη διὰ κάθε ἄνθρωπον νὰ ἐκτελῇ καθήκον χωρὶς ἰδιοτέλεια (ὄχι δι’ ἑαυτόν ἀλλὰ μόνον διὰ τὸ καλὸν τῶν ἄλλων).
Διὰ τὴν θεώρησιν τῶν κοσμικῶν ἀντικειμένων ὡς πολύτιμα, ἡ πρακτικὴ τοῦ Κάρμα Γιόγκα (ἐκτέλεσις καθήκοντος μετ’ ἀνεπιθυμήτου αἰσθήματος) φαίνεται δύσκολος. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελέσωμεν ὅλας τὰς πράξεις χωρὶς νὰ θελήσωμεν τίποτε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, μόνον διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν ἄλλων, τότε ἡ πρακτικὴ τοῦ Κάρμα Γιόγκα γίνεται εὔκολος ἀπὸ σήμερον καὶ ἑαυτόν.
Ἐν τῇ πραγματικότητι, ἡ μεγαλειότης κεῖται ὄχι εἰς τὸ ἀντικείμενον, ἀλλὰ εἰς τὴν συμπεριφοράν (τὴν χρῆσιν αὐτοῦ). Ἡ μεγαλειότης τῆς συμπεριφορᾶς εἶναι μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχει αἴσθημα μεγαλειότητος τοῦ ἀντικειμένου εἰς τὴν καρδίαν. Κανὲν ἀντικείμενον δὲν εἶναι προσωπικόν· εἶναι προσωπικὸν μόνον διὰ χρῆσιν. Ἡ θεώρησιν ἀντικειμένου ὡς προσωπικοῦ κάμνει τὴν ἀποκήρυξιν αὐτοῦ διὰ τὸ καλὸν τῶν ἄλλων νὰ φαίνεται δύσκολος. Κανὲν ἀντικείμενον ἢ πρᾶξις δὲν εἶναι δεσμευτικόν· εἶναι ἡ προσκόλλησις εἰς αὐτὰ ἡ ὁποία εἶναι δεσμευτική.
Διὰ τῶν σοφῶν ἀνθρώπων ἐπίσης, ὅλαι αἱ πράξεις ἐκτελοῦνται διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ κόσμου. Ὅμως, καὶ οὕτως, ἡ ὑπερηφάνεια, «Ἐγὼ πράττω καλὸν διὰ τὸν κόσμον,» δὲν μένει εἰς αὐτούς. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι τὸ σῶμα, αἱ αἰσθήσεις, ὁ νοῦς, ἡ διάνοια, ἡ γνῶσις, ἡ δυνατότης, ἡ θέσις, κλπ., ὅλα ἀνήκουν εἰς τὸν κόσμον καὶ λαμβάνονται ἀπὸ τὸν κόσμον. Νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ ὑλικά τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἀπὸ τὸν κόσμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κόσμου μόνον εἶναι τιμιότης. Ἐκεῖνο τὸ ὑλικὸν πρέπει νὰ προσφερθῇ εἰς τὸν κόσμον μετὰ μεγάλης εἰλικρινείας καὶ τιμιότητος. Αὕτη ἡ προσφορὰ δὲν εἶναι μέγα ἔργον. Καθὼς ἂν κανεὶς ἐτήρησε χρήματα παρ’ ἡμῖν ὡς παρακαταθήκη καὶ ζητήσας αὐτὰ μετὰ χρόνον, ἐπεστρέψαμεν τὰ χρήματά του εἰς αὐτόν, τί μέγα ἔργον ἐπράξαμεν; Πράγματι, ἡ εὐθύνη μας ἔληξεν· ἐγινόμεθα ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸ χρέος. Ὁμοίως, προσφέροντες τὰ πράγματα τοῦ κόσμου εἰς τὸν κόσμον, ἡ εὐθύνη μας λήγει· γινόμεθα ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸ χρέος—γινόμεθα διὰ παντὸς ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν δεσμὸν τῆς γενέσεως καὶ τοῦ θανάτου. Ἐπομένως, ἐνασχολοῦντες τὰ κοσμικὰ ἀντικείμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κόσμου, κανεὶς δὲν κάμνει ἐλεημοσύνην ἢ ἀρετήν· μᾶλλον, ἐλευθερώνει ἑαυτόν ἀπὸ τὴν ἐμπλοκὴν μετ’ ἐκείνων τῶν ἀντικειμένων.
«na buddhibhedaṁ janayed...» – Ὁ ἀποκολλημένος σοφὸς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος περιγράφη ἐν τῷ εἰκοστῷ πέμπτῳ στίχῳ διὰ τῶν λέξεων «asaktaḥ vidvān» ἀναφέρεται ἐνταῦθα διὰ τῶν λέξεων «yuktaḥ, vidvān». Ὁ φωτισμένος μέγας ψυχὴ οὗ ἡ καρδία ἔχει αὐθόρμητον καὶ φυσικὴν ἰσονομίαν, οὗ ἡ κατάστασις εἶναι ἀτάραχος, οὗ αἱ πᾶσαι αἰσθήσεις εἶναι τελείως ἐλεγχόμεναι, καὶ δι’ οὗ ὁ πηλός, ὁ λίθος καὶ ὁ χρυσὸς εἶναι ἴσοι, τοιοῦτος ὀνομάζεται «yuktaḥ vidvān» (Γκίτα 6.8).
Ἐκεῖνοι οἱ ἀγνώμονες ἄνθρωποι οἱ προσκολλημένοι εἰς τὰς κατὰ Γραφὴν προσταττομένας εὐλογημένας πράξεις, οἱ ὁποῖοι περιγράφησαν ἐν τῷ προηγουμένῳ (εἰκοστῷ πέμπτῳ) στίχῳ διὰ τῶν λέξεων «saktāḥ avidvāṁsaḥ», ἀναφέρονται ἐνταῦθα διὰ τῶν λέξεων «karmasaṅginām ajñānam». Διότι ἐκτελοῦν τὰς κατὰ Γραφὴν προσταττομένας πράξεις δι’ ἑαυτούς (διὰ τὴν ἀπόκτησιν εὐτυχίας, ἀπολαύσεως, τιμῆς, κύρους, κλπ.), οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζονται προσκολλημένοι εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ ἀγνώμονες.
Μεγάλη εὐθύνη κεῖται ἐπάνω εἰς ἐξαίρετον ἄνθρωπον διότι οἱ ἄλλοι φυσικῶς τὸν ἀκολουθοῦν. Ἐπομένως, διὰ τῶν ἄνω λέξεων, ὁ Κύριος ὁδηγεῖ τὸν σοφὸν ἄνθρωπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ συμπεριφέρηται κατὰ κανένα τρόπον ἢ νὰ εἴπῃ τίποτε τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσει τὴν πτώσιν τῶν ἀγνοούντων (τῶν κεκρατημένων ἀπὸ ἐπιθυμίας) ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν των. Νὰ προκαλέσῃ τοὺς ἀγνοοῦντας ἀνθρώπους νὰ παρεκκλίνωσιν (νὰ πέσωσιν) ἀπὸ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι τώρα εἶναι νὰ δημιουργήσῃ σύγχυσιν εἰς τὴν διάνοιαν των. Ἐπομένως, ὁ σοφὸς ἄνθρωπος, φυλάττων τὸ αἴσθημα εὐημερίας διὰ ὅλους, πρέπει νὰ συνεχίζῃ νὰ ἐκτελῇ τὰς κατὰ Γραφὴν προσταττομένας εὐλογημένας πράξεις κατὰ τὰ καθήκοντα τοῦ βάρνα καὶ τοῦ ἀσράμα του, ἵνα καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἐμπνευσθῶσιν νὰ ἐκτελῶσιν καθήκον μετ’ ἀνεπιθυμήτου αἰσθήματος. Τοῦτο ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς ἡγουμένους προσώπους τῆς κοινωνίας καὶ τῆς οἰκογενείας. Καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ἐκτελῶσιν προσεκτικῶς καὶ τελείως τὰ καθήκοντα των, ἵνα ἀσκῆται καλὴ ἐπιρροὴ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν οἰκογένειαν.
Μερικὰ παραδείγματα δημιουργίας συγχύσεως εἰς τὴν διάνοιαν εἶναι:
1. Νὰ δίδῃ διδασκαλίας ὡς: «Τί ὑπάρχει εἰς τὰς πράξεις; Ἡ ψυχὴ δεσμεύεται ἀπὸ τὰς πράξεις. Αἱ πράξεις εἶναι κατώτεραι. Πρέπει νὰ ἀποκηρύξῃ κανεὶς τὰς πράξεις καὶ νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν γνῶσιν,» ἢ διὰ τοιαύτης συμπεριφορᾶς καὶ λέξεων, νὰ δημιουργῇ ἀπιστίαν καὶ ἔλλειψιν πίστεως εἰς τὰ καθήκοντα-δεσμευτικὰς πράξεις εἰς τοὺς ἄλλους.
2. Νὰ δίδῃ διδασκαλίας ὡς: «Ὅπου κἂν βλέπῃς, ὑπάρχει ἰδιοτέλεια· κανεὶς δὲν δύναται νὰ ζήσῃ χωρὶς ἰδιοτέλειαν· ὅλοι ἐνεργοῦν δι’ ἰδιοτέλειαν· ἂν ἄνθρωπος ἐκτελέσῃ ὁποιανδήποτε πρᾶξιν, ἐπιθυμία διὰ καρπὸν βεβαίως μένει· ἂν δὲν ὑπάρχει ἐπιθυμία διὰ καρπόν, διατί θὰ ἐκτελέσῃ κανεὶς ὁποιανδήποτε πρᾶξιν καθόλου;»
3. Νὰ δίδῃ διδασκαλίας ὡς: «Ἐκτελῶν πράξεις μετ’ ἐπιθυμίας διὰ καρπόν (δι’ ἑαυτόν), κανεὶς πρέπει νὰ λάβῃ γέννησιν πάλιν καὶ πάλιν (διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὸν καρπόν).» Διὰ τῶν τοιούτων διδασκαλιῶν, οἱ κεκρατημένοι ἀπὸ ἐπιθυμίας ἄνθρωποι χάνουν τὴν πίστιν εἰς τὸν καρπὸν τῆς πράξεως. Ὡς ἀποτέλεσμα, ἡ προσκόλλησίς των (εἰς τὸν καρπόν) δὲν ἀπέρχεται· ἀλλ’ αἱ εὐλογημέναι πράξεις βεβαίως ἐγκαταλείπονται. Ἡ προσκόλλησις εἶναι ἡ αἰτία τοῦ δεσμοῦ, ὄχι ἡ πρᾶξις. Ἀντὶ νὰ δημιουργῇ τοιαύτην σύγχυσιν εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἀνθρώπων, ὁ φωτισμένος ἄνθρωπος πρέπει αὐτὸς νὰ ἐκτελῇ καθήκον κατὰ τὸ βάρνα καὶ ἀσράμα δχαρμά του καὶ νὰ ἐμπνέῃ τοὺς ἄλλους νὰ πράττωσιν τὸ ἴδιον. Πρέπει, διὰ τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τῶν λέξεων του, νὰ μὴ δημιουργῇ σύγχυσιν εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ἀγνοούντων, ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑψώνῃ κατὰ μικρὸν ἀπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν των. Πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ ἐπαινῇ ἐκεῖνας τὰς κατὰ Γραφὴν προσταττομένας εὐλογημένας πράξεις τὰς ὁποίας οἱ ἀγνώμονες ἄνθρωποι ἐκτελοῦν τώρα, καὶ νὰ τοὺς γνωρίζῃ τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὰς πράξεις των, ἵνα δύνανται νὰ ἀφαιρέσωσιν ἐκεῖνα τὰ σφάλματα καὶ νὰ ἐκτελῶσιν πράξεις μετὰ τῆς πλήρους διαδικασίας. Ἅμα μὲ τοῦτο, ὁ σοφὸς ἄνθρωπος πρέπει νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ ὅτι ἡ ἐκτέλεσις εὐλογημένων πράξεων ὡς θυσία, ἐλεημοσύνη, λατρεία, ἀνάγνωσις, κλπ., εἶναι πολὺ καλόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον νὰ φυλάττῃ ἐπιθυμίαν διὰ καρπὸν εἰς ἐκεῖνας τὰς πράξεις· διότι νὰ πωλήσῃ κανεὶς διαμάντιον ἀντὶ χαλικιῶν καὶ λίθων δὲν εἶναι σοφία. Ἐπομένως, ἀποκηρύττων τὸ κεκρατημένον ἀπὸ ἐπιθυμίας αἴσθημα καὶ ἐκτελῶν εὐλογημένας πράξεις ἀποδίδει ὠφέλειαν πολὺ ταχέως. Οὕτως, ἡ μετακίνησις ἀπὸ τὸ κεκρατημένον ἀπὸ ἐπιθυμίας αἴσθημα πρὸς τὸ ἀνεπιθύμητον αἴσθημα δὲν εἶναι δημιουργία συγχύσεως εἰς τὴν διάνοιαν, ἀλλὰ εἶναι ἡ πραγματικότης.
Ὁμοίως, ἀφορῶσα τὴν λατρείαν ἐπίσης, ὁ φωτισμένος ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ δημιουργῇ σύγχυσιν εἰς τὴν διάνοιαν. Παραδείγματος χάριν, οἱ ἄνθρωποι συχνὰ λέγουν ὅτι ἂν ὁ νοῦς δὲν σταθερωθῇ εἰς τὸν Θεὸν ἐνῷ ψάλλουν τὸ Ὄνομα, τότε ἡ ψαλμωδία τοῦ Ὀνόματος εἶναι ἄχρηστος. Ἀλλ’ ὁ φωτισμένος ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ εἴπῃ τοῦτο· μᾶλλον, πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ὁδηγίαν ὅτι ἡ ψαλμωδία τοῦ Ὀνόματος δὲν δύναται ποτὲ νὰ εἶναι ἄχρηστος· διότι κανένα αἴσθημα πρὸς τὸν Θεὸν ὑπάρχει ὅταν ἡ ψαλμωδία τοῦ Ὀνόματος συμβαίνει. Χωρὶς αἰσθήματος, δὲν ὑπάρχει τάσις νὰ ψάλλῃ τὸ Ὄνομα. Ἐπομένως, ἡ ψαλμωδία τοῦ Ὀνόματος δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐγκαταλειφθῇ εἰς καμμίαν κατάστασιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται, «Ὁ νοῦς πλανᾶται εἰς ὅλας τὰς κατευθύνσεις, τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάμνησις (smarana),» σημαίνει καὶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ‘ἀνάμνησις’ διὰ τὸν νοῦν μὴ σταθερωμένον, ἀλλὰ εἶναι βεβαίως ‘ψαλμωδία’ (japa). Ὅμως, ἡ ψαλμωδία τοῦ Ὀνόματος μετὰ συγκεντρωμένου νοῦ καὶ προσοχῆς ἀποδίδει ὠφέλειαν πολὺ ταχέως.
Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εἶναι τελείως κενὸς ἀρετῶν. Βεβαίως κατέχει καμμίας ἀρετάς. Ἐπομένως, ὁ φωτισμένος μέγας ψυχή, ἂν ἔχῃ νὰ δώσῃ ὁποιανδήποτε ὁδηγίαν ἢ νὰ ἐξηγήσῃ τίποτε εἰς πρόσωπον (διὰ τὴν ἀνύψωσίν του), πρέπει νὰ ἐπαινέσῃ τὰς ἀρετὰς ἐκείνου τοῦ προσώπου χωρὶς νὰ τὸν κρίνῃ ἢ ὕβρῃ. Ὁδηγία δοθεῖσα μετὰ σεβασμοῦ ἐνῷ ἐπαινοῦνται αἱ ἀρεταί του θὰ ἔχῃ ἰδιαίτερον ἀποτέλεσμα εἰς αὐτόν. Οἱ ἡγούμενοι προσώπους τῆς κοινωνίας καὶ τῆς οἰκογενείας πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ ὁδηγῶσιν τοὺς ἄλλους κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον.
Διὰ τῶν λέξεων «samācaran» καὶ «joṣayet», ὁ Κύριος δίδει δύο ὁδηγίας εἰς τὸν σοφὸν ἄνθρωπον: (1) Αὐτὸς πρέπει προσεκτικῶς νὰ ἐκτελῇ τὰ κατὰ Γραφὴν προσταττόμενα καθήκοντα τελείως, καὶ (2) Πρέπει νὰ ἐμπνέῃ τοὺς ἀγνοοῦντας ἀνθρώπους τοὺς προσκολλημένους εἰς τὰς πράξεις νὰ ἐκ
★🔗